Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Καλό μήνα!!

     Το καλοκαιράκι τελείωσε, οι διακοπές έλαβαν τέλος και επιτέλους μερικά πράγματα έχουν αρχίσει να μπαίνουν στην θέση τους. Η καθημερινότητα έχει αρχίσει να αλλάζει προς το καλύτερο και ακόμα υπάρχει ελπίδα. Ο νέος μήνας φαίνεται πολλά υποσχόμενος και εμείς δεν έχουμε να κάνουμε τίποτα άλλο, παρά να τον πιστέψουμε. Ας ελπίσουμε για ακόμα μια φορά πως όλα θα πάνε καλά και ας είμαστε αισιόδοξοι..
     Όσο για όλα εκείνα που πηγαίνουν στραβά ή παραμένουν σταθερά, νομίζω πως είναι πλέον ώρα να τα επανεξετάσουμε και αν έχουμε την δυνατότητα να τα βγάλουμε από την ζωή μας. Δεν είναι κακό να παραδεχτεί κάποιος πως κάτι έχει τελειώσει. Δεν πρέπει να μένουμε στο παρελθόν, όσο και αν το θέλουμε. Πρέπει να προχωρήσουμε μπροστά όσο και αν μας πειράζει. Ο χρόνος είναι σύμμαχος μας τις περισσότερες φορές για να μας κάνει να πάρουμε καθοριστικές ή και δύσκολες αποφάσεις. 
     Η φωνή της λογικής μίλησε για μια ακόμη φορά, ας δούμε τι θα πράξει το συναίσθημα και αυτόν τον μήνα..

Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

No 3

 Δευτέρα, 03/09/2012
     Το όνειρο της διακόπηκε απότομα, ξύπνησε από τον ήχο του κινητού της που την ειδοποιούσε πως είχε μήνυμα. Σηκώθηκε δυσαρεστημένη και το έψαξε μέσα στην τσάντα της. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της όταν είδε ότι ο αποστολέας ήταν η κολλητή της και μοναδική φίλη της.
«Θα μπορούσα να θυμώσω αλλά δεν θα το κάνω. Μου λείπεις ήδη, αλλά χαίρομαι πολύ για την απόφαση σου. Μην χαθείς. Σ’ αγαπώ.»
Δεν ήθελε να απαντήσει, αλλά ήξερε πως έπρεπε, επομένως έγραψε μια σύντομη απάντηση: «Είμαι καλά. Και εγώ σ’ αγαπώ.»
     Έξω είχε αρχίσει να νυχτώνει και οι δείχτες του ρολογιού της έδειχναν ήδη επτά το απόγευμα. Έπρεπε να συνεχίσει το ταξίδι της. Με γρήγορες κινήσεις, απενεργοποίησε το κινητό της, ντύθηκε, έπλυνε το πρόσωπό της, πήρε την τσάντα της και βγήκε από το δωμάτιο. Δεν κοίταξε πίσω της, δεν χρειάζονταν, το όνειρο που είχε δει της αρκούσε για να θυμηθεί ότι λεπτομέρειες είχε ξεχάσει από την τελευταία νύχτα που έμεινε σε εκείνο το δωμάτιο ξανά. Πλήρωσε και έφυγε από το ξενοδοχείο βιαστική. Δεν είχε πολύ χρόνο, ήθελε να φτάσει στα Τρίκαλα όσο πιο γρήγορα γινόταν.
     Ξεκούραστη πια, ταξίδευε πιο άνετα. Η μουσική ηχούσε στα αυτιά της απαλά και ο αέρας που έμπαινε από τα παράθυρα ανακάτευε τα μαλλιά της. Δεν την ένοιαζε τι άφηνε πίσω, δεν ανησυχούσε για τίποτα από το παρελθόν. Σκέφτονταν μόνο τα επόμενα βήματα της. Ένοιωθε πως είχε την ανάγκη να ηρεμήσει, να ξεκουραστεί, ενώ παράλληλα ήξερε πολύ καλά πως έπρεπε να δράσει γρήγορα. Είχε πολλές υποχρεώσεις όπως να βρει σπίτι, δουλειά, να αγοράσει ότι χρειάζονταν και άλλα για να φτιάξει την νέα της ζωή στην καινούρια της πόλη. Όσο ταξίδευε λοιπόν, τα έβαλε όλα σε τάξη στο μυαλό της και χωρίς να το καταλάβει η ώρα πέρασε πολύ εύκολα και πλέον είχε σχεδόν φτάσει.
     Μπαίνοντας στην πόλη και στο εμπορικότερο κομμάτι της, βρήκε μια θέση για το αυτοκίνητο και το πάρκαρε. Η ώρα ήταν ήδη οκτώ και έπρεπε να βρει ένα ξενοδοχείο για να διανυκτερεύσει. Πήρε την βαλίτσα της και ξεκίνησε μια μικρή βόλτα στην πόλη με τα πόδια. Περπατούσε αργά και χάζευε τριγύρω της, τα μαγαζιά και τους ανθρώπους, όπου πλάι τους και η ίδια ένιωθε ήρεμη. Κατευθύνθηκε προς το ποτάμι της πόλης και θαύμασε για μια ακόμη φορά την φυσική του ομορφιά. Λίγα μόλις μέτρα από της όχθες του ποταμού βρίσκονταν το ομώνυμο ξενοδοχείο «Λήθαιον». Αποφάσισε να περάσει εκεί την νύχτα της, οπότε περπάτησε μέχρι την είσοδό του και ακολούθησε την ίδια διαδικασία.
     Μπήκε σε ένα δωμάτιο που αυτή τη φορά δεν της θύμιζε τίποτα. Ήταν μικρό, αλλά ταυτόχρονα άνετο, ζεστό και καθαρό. Το μπαλκόνι έβλεπε στο ποτάμι και της χάριζε την υπέροχη θέα του. Άνοιξε την βαλίτσα της και έβγαλε από μέσα ότι της χρειάζονταν. Κουρασμένη από όλη την ημέρα, μπήκε στο μπάνιο, γέμισε την μπανιέρα με χλιαρό νερό και μπήκε μέσα. Το μπάνιο της ήταν ανακουφιστικό και ηρεμιστικό. Κατά την διάρκεια του εντυπωσιάστηκε με την απόλυτη χαλάρωση και ηρεμία που είχε. Από την στιγμή που έφυγε από την Αθήνα αυτά τα συναισθήματα την κατέκλυσαν  αλλά αυτό που της έκανε εντύπωση ήταν ότι όσο περνούσε η ώρα τόσο πιο χαλαρή αισθάνονταν. Σχεδόν δεν το πίστευε ότι ένας άνθρωπος θα μπορούσε να ήταν τόσο ήρεμος. Μάλλον δεν το είχε ξανανιώσει ποτέ της. Έμεινε ώρα έτσι, μέσα στο νερό απολαμβάνοντας την αίσθηση και βγαίνοντας πια ήταν σαν να είχε επέλθει η κάθαρση.
    Κάθισε στο μπαλκόνι του δωματίου μόνη της, χωρίς να σκέφτεται απολύτως τίποτα. Όλα είχαν πάρει τον δρόμο τους πλέον. Αγνάντευε την θέα και απλά της χαμογελούσε. Όντως αυτή η πόλη είχε κάτι το μαγικό, ακόμα και ο αέρας της ήταν τόσο διαφορετικός. Είχε δίκιο. Τον πίστευε και τότε, αλλά μόνο τώρα καταλάβαινε πραγματικά τα λόγια του και τις περιγραφές του. Ήταν κοντά του πλέον, τον είχε δίπλα της, τον ένιωθε πλάι της να χαζεύει και αυτός τη θέα. Ήρεμος, γαλήνιος, όπως πάντα. Με αυτήν την αίσθηση μετά από πολλή ώρα ξάπλωσε στο κρεβάτι της και κοιμήθηκε για άλλη μια φορά γαλήνια.

Τρίτη, 04/09/2012
     Χωρίς όνειρα αυτή τη φορά ξύπνησε το ίδιο ήρεμη κοιτάζοντας το δωμάτιο του ξενοδοχείου. Καλημέρισε τον νέο της εαυτό και σηκώθηκε. Άνοιξε τα παράθυρα και ο καθαρός αέρας πλημμύρισε το δωμάτιο με μια μυρωδιά πρασίνου, φύσης. Η διάθεση της ήταν στα ύψη. Ντύθηκε και έφυγε από το ξενοδοχείο γρήγορα, είχε πολλά πράγματα να κάνει αλλά δεν ήταν καθόλου αγχωμένη. Φαίνεται πως την βοηθούσε το κλίμα της πόλης. Γύρω της κανείς δεν έτρεχε, σε κανενός το πρόσωπο δεν μπορούσες να διακρίνεις άγχος και βιασύνη, μόνο ανθρωπιά και χαμόγελο. Δεν ήταν επειδή δεν είχαν προβλήματα, φυσικά και είχαν, απλά ήξεραν να τα αντιμετωπίζουν πιο αισιόδοξα και πιο ευχάριστα. Χαμογέλασε και αυτή λοιπόν και ξεκίνησε τις δουλειές της.
     Πρώτη της στάση ήταν ένα περίπτερο. Τα τσιγάρα της, η εφημερίδα και το καινούριο νούμερο κινητού πήραν την δική τους θέση στην τσάντα της. Στη συνέχεια μπήκε σε ένα βιβλιοπωλείο, ζήτησε από τον υπάλληλο να την αφήσει να δακτυλογραφήσει ένα κείμενο στον υπολογιστή, έτσι ώστε να το εκτυπώσει μετά. Δεκάδες αντίγραφα της ίδιας αγγελίας έκαναν την εμφάνιση τους στον εκτυπωτή μετά από λίγο. Προμηθεύτηκε ότι άλλο χρειάζονταν και έφυγε χαμογελώντας και ευχαριστώντας τον εξυπηρετικότατο υπάλληλο. Συνέχισε την βόλτα της στην πόλη τοιχοκολλώντας την αγγελία της στα κεντρικότερα σημεία. Ο μήνας είχε ήδη μπει και γνώριζε πως το πρώτο πράγμα που έπρεπε να κάνει ήταν να βρει δουλειά. Σύντομα, αν όχι ήδη οι γονείς θα έψαχναν δασκάλες για τα παιδιά τους και έπρεπε να προλάβει.
     Σχεδόν αμέσως και εύκολα εγκλιματίστηκε στην πόλη, η βόλτα την βοήθησε να εξερευνήσει σχεδόν όλο το κέντρο της. Γύρισε στο ξενοδοχείο μετά από ώρες, αρκετά κουρασμένη, αλλά δεν την ένοιαζε. Ενεργοποίησε το νέο της νούμερο στο κινητό και το άφησε ανοιχτό. Κάθισε ξανά στο μπαλκόνι της παρέα με την εφημερίδα και σημείωνε για πολλή ώρα ότι αγγελία σπιτιού ή δουλειάς την ενδιέφερε. Ήταν απίστευτο πόσο εύκολα πέρναγε η ώρα. Κάποια στιγμή κουράστηκε και σταματώντας κατάλαβε ότι πείναγε. Δεν θυμόταν καν από πότε είχε να φάει. Μάζεψε τα πράγματα της από το μπαλκόνι και έφυγε ξανά κατευθυνόμενη σε ένα όμορφο ταβερνάκι που είχε δει στον δρόμο της το πρωί.
     Αφού κάθισε και απήλαυσε το γεύμα της παρατηρώντας τους υπόλοιπους πελάτες γύρω της. Εντύπωση της έκανε η οικογένεια που ήταν στα δεξιά της. Ένα ζευγάρι με ένα πανέμορφο κοριτσάκι μόλις είχε τελειώσει το φαγητό του και συζητούσαν ήρεμα. Όχι ακριβώς ασυναίσθητα, η Ζωή άκουσε την συζήτηση τους. Η μικρή γκρίνιαζε στους γονείς της και εκείνοι προσπαθούσαν να την καθησυχάσουν. Το κύριο θέμα ήταν ότι η μικρή ανησυχούσε για το καινούριο της σχολείο. Η Ζωή δεν μπορούσε να σταματήσει να παρατηρεί το παιδί, όπως έκανε με όλα τα παιδιά. Τα αγαπούσε τόσο και άρπαζε κάθε ευκαιρία να τα μαθαίνει. Αυτή τη φορά όμως η μικρή το κατάλαβε. Την κοίταξε έντονα, σηκώθηκε από το τραπέζι της σε μια στιγμή που οι γονείς συζητούσαν μεταξύ τους, πήγε και στάθηκε μπροστά της και την κοίταξε στα μάτια με ένα εξερευνητικό βλέμμα για λίγα δευτερόλεπτα.
     «Θα τους πεις πως έχω δίκιο; Είσαι καλή κυρία το βλέπω, πες τους να μην με αλλάξουν σχολείο σε παρακαλώ. Δεν με νοιάζει για τους φίλου μου, δεν έχω έτσι και αλλιώς, αλλά δεν θέλω να αλλάξω δασκάλα» της είπε η μικρή με έναν τόνο αγωνίας στην φωνή της. Δίστασε να απαντήσει, τα έχασε για μια στιγμή και ταυτόχρονα η μαμά του κοριτσιού από το δίπλα τραπέζι την φώναξε να γυρίσει στην θέση της. Η Ζωή όσο έβλεπε το παιδί να φεύγει απογοητευμένο, ένιωθε όλο και πιο άσχημα.
     Σκέφτηκε για μερικά δευτερόλεπτα το συμβάν και έπειτα σηκώθηκε από την θέση της και πήγε δίπλα της.
«Καλησπέρα σας, ονομάζομαι Ζωή Δόση» απευθύνθηκε στους γονείς γεμάτη αυτοπεποίθηση.
«Γεια σας, συγνώμη για την μικρή, είναι λίγο αναστατωμένη που θα αλλάξει σχολείο, συγνώμη που σας διακόψαμε από το φαγητό σας.» αποκρίθηκε ο πατέρας.
«Αλίμονο, δεν με ενόχλησε καθόλου. Απλά δεν πρόλαβα να της απαντήσω. Μπορώ να κάτσω;» ρώτησε η Ζωή ευγενικά.
«Φυσικά, καθίστε παρέα μας, μήπως και της αλλάξετε εσείς γνώμη γιατί εμάς δεν μας ακούει.» απάντησε η μαμά ενώ ταυτόχρονα το κοριτσάκι σηκώθηκε, γεμάτη ελπίδα, της έφερε μια καρέκλα δίπλα της και την τράβηξε από το χέρι της αναγκάζοντας την να κάτσει. Η Ζωή της χαμογέλασε και της έπιασε και αυτή το χέρι.
«Γιατί μου είπες ότι είμαι καλή κυρία; Θέλω να πω από που το κατάλαβες;» την ρώτησε με στοργική και σταθερή φωνή.
«Γιατί τα μάτια σου είναι μπλε.  Όσοι έχουν μπλε μάτια είναι καλοί άνθρωποι. Και η κυρία Αλίκη μπλε μάτια έχει.» απάντησε το παιδί με έναν τόνο φυσικότητας και σιγουριάς.
«Η κυρία Αλίκη είναι η παλιά μας δασκάλα, βλέπεις Ζωή, αναγκαστήκαμε να μετακομίσουμε και έτσι η μικρή θα αλλάξει σχολείο. Φοβάται λοιπόν πως η καινούρια της δασκάλα δεν θα είναι τόσο καλή, γι’ αυτό δεν θέλει.» εξήγησε η μαμά.
Η Ζωή αφού έκανε ένα καταφατικό νεύμα στην μαμά, γύρισε στην μικρή έκπληκτη και αποκάλυψε το μεγάλο μυστικό της.
«Για κοίτα κάτι συμπτώσεις! Το ξέρεις πως και εγώ είμαι δασκάλα;»
«Είσαι και δασκάλα και έχεις και μπλε μάτια;»
«Ναι! Δεν έχουν όλες οι δασκάλες μπλε μάτια βέβαια..»
«Το ξέρω! Αλλά εσύ είσαι καλή! Το βλέπω!»
«Πως σε λένε μικρή μου;»
«Αναστασία. Μήπως δουλεύεις στο καινούριο μου σχολείο; Πες μου ναι σε παρακαλώ! Σε παρακαλώ!» ρώτησε το παιδί γεμάτο αγωνία.
«Λοιπόν Αναστασία μου, δυστυχώς όχι δεν δουλεύω στο καινούριο σου σχολείο, αλλά άκουσε με λίγο. Καταρχάς το ότι έχω μπλε μάτια δεν σημαίνει πως είμαι καλός άνθρωπος. Πρέπει να γνωρίσεις κάποιον πρώτα για να πεις κάτι τέτοιο για αυτόν. Τα μάτια δεν σημαίνουν τίποτα. Τι λες; Θες να με γνωρίσεις; Έχω να σου κάνω μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση!»
Το κοριτσάκι αν και στην αρχή φαίνονταν απογοητευμένο, στην συνέχεια φάνηκε να ενθουσιάστηκε. Γύρισε στους γονείς της και τους κοίταξε αναζητώντας την έγκριση τους και μόνο όταν εκείνοι της την δώσανε απάντησε θετικά στην Ζωή.
«Λοιπόν, η πρόταση μου είναι η εξής! Θα πας την άλλη βδομάδα στο καινούριο σου σχολείο και θα γνωρίσεις την νέα σου δασκάλα. Θα της δώσεις λίγο χρόνο όμως να την γνωρίσεις καλά! Αν δεν σου αρέσει και δεν τα καταλαβαίνεις όπως τα εξηγεί, θα με πάρεις τηλέφωνο, να έρθω σπίτι σου να στα εξηγήσω εγώ. Πως σου φαίνεται;»
«Εντάξει, θα προτιμούσα βέβαια να γίνεις φίλη μου έτσι και αλλιώς αλλά εντάξει, το δέχομαι!» απάντησε η Αναστασία χαρούμενη.
«Αλήθεια είσαι δασκάλα; Έτσι και αλλιώς χρειαζόμασταν μια κοπέλα για να την κρατάει και να την βοηθάει στα μαθήματα στο σπίτι. Βλέπεις δουλεύουμε και οι δύο πολλές ώρες και δεν τα προλαβαίνουμε όλα. Έχεις δουλεία;» ρώτησε η μαμά έκπληκτη.
«Όχι, αλλά δεν ήρθα εδώ να ζητήσω δουλειά. Απλά να βοηθήσω ήθελα. Δεν αρνούμαι βέβαια. Είμαι και εγώ καινούρια στην πόλη. Δεν μπορώ να σας υποσχεθώ ότι θα μπορώ να την κρατάω, δεν ξέρω ακόμα, αλλά σίγουρα μπορώ να της κάνω μαθήματα.»
     Ήταν οι πρώτοι άνθρωποι που γνώρισε η Ζωή σε αυτήν την πόλη, ευχάριστοι και χαμογελαστοί κατέληξαν έπειτα από συζήτηση να αναλάβει την Αναστασία για αρχή και αν η μελλοντική δουλεία της απαιτούσε περισσότερο χρόνο, θα το συζητούσαν ξανά. Έτσι η Ζωή απέκτησε την πρώτη της μαθήτρια και φίλη και τους δύο πολύ καλούς γονείς της που θα την βοηθούσαν αργότερα σε ότι χρειαζόταν.

Σάββατο , 21/02/2004
     Ξύπνησε πρώτη μέσα στην αγκαλιά του, εκείνος στον ύπνο του την κράταγε σφιχτά και εκείνη ήταν αφημένη πάνω στα χέρια του. Γύρισε να τον κοιτάξει για άλλη μια φορά και στην κίνηση της αυτή τον ξύπνησε. Όταν τα βλέμματα τους συναντήθηκαν, δύο χαμόγελα εμφανίστηκαν στα πρόσωπά τους. Ο Άγγελος της χάιδεψε τα μαλλιά, που πλέον είχαν στεγνώσει και σχημάτιζαν μπούκλες και εκείνη τον κοίταγε χωρίς να μιλάει. Το άγγιγμα του θαρρείς και ήταν αγχολυτικό, δεν την άφηνε να σκεφτεί τίποτα. Εκείνος μη ξέροντας ποια είναι τα όρια και που μπορεί να φτάσει σηκώθηκε καθιστός στο κρεβάτι δείχνοντας την αμηχανία του. Η Ζωή σε αυτήν την κίνηση του ξάπλωσε δίπλα του, ενώ παράλληλα συνέχισε να τον κοιτάει χαμογελώντας στα μάτια, δίνοντας του το πράσινο φως. Ήξερε πολύ καλά ποια θα ήθελε να ήταν η επόμενη κίνηση του και την διεκδικούσε. Εκείνος όταν το κατάλαβε πλάγιασε δίπλα της και με μία κίνηση ξεσκέπασε και τους δύο τους.
     Το χέρι του άρχισε το ταξίδι στο κορμί της από το πρόσωπό της. Την χάιδευε με ελάχιστη επιφάνεια από το πίσω μέρος του χεριού του απαλά. Η Ζωή έκλεισε τα μάτια και απολάμβανε την αίσθηση όσο το χέρι του κατέβαινε στον λαιμό της, στο στήθος της και στην κοιλία της. Δεν κατέβηκε πιο κάτω, έμεινε αρκετή ώρα αγγίζοντας το δέρμα της και ύστερα σηκώθηκε από πάνω της και ακολούθησε την ίδια πορεία, αυτή τη φορά με τα χείλη του. Πρώτα σε όλο της το πρόσωπο, μετά στον λαιμό της και ύστερα στον κορμό της. Όσο πιο χαμηλά κατέβαινε, τόσο το σώμα της δονούνταν από κάτω του. Δεν θα της έκανε την χάρη τόσο γρήγορα όμως, με μία του κίνηση την γύρισε μπρούμυτα και εκείνη υπακούοντας τον αφέθηκε στις ορέξεις του. Οι ίδιες κινήσεις ακολούθησαν και στο πίσω μέρος του κορμιού της. Αυτή τη φορά ακουμπώντας την περισσότερο αλλά μόνο με τα χείλια του. Το φιλί του έφτασε παντού, σε κάθε εκατοστό της αργά και βασανιστικά. Ύστερα ξάπλωσε πάνω της, τα σώματα τους έγιναν ένα και τα χείλη του φίλαγαν το δεξί της αυτί.
«Καλή σου μέρα ξανθούλα!» της ψιθύρισε. Η μόνη απάντηση που υπήρξε ήταν ένα ήπιο βογκητό που βγήκε από το στόμα της αυθόρμητα.
«Όπως επιθυμείς λοιπόν!» συνέχισε ο Άγγελος και σηκώθηκε από πάνω της δίνοντάς της χώρο για να γυρίσει. Και εκείνη τον υπάκουσε. Γρήγορα βρέθηκε ανάμεσα στα πόδια της και το ταξίδι του συνεχίστηκε αυτή τη φορά μέσω της γλώσσας του σε πολύ αργούς ρυθμούς. Η Ζωή τον κοίταζε καθ’ όλη την διάρκεια και με το ένα της χέρι του χάιδευε τα μαλλιά. Οι κινήσεις του την έκαναν να διεγείρεται όλο και πιο πολύ, αλλά οι αργοί ρυθμοί του ενώ στην αρχή την κάλυπταν, στη συνέχεια δεν τους άντεχε. Το χέρι της απεγνωσμένα προσπαθούσε να του δώσει ρυθμό αλλά εκείνος δεν υπάκουε στο άγγιγμα της. Δεν θα της έκανε την χάρη ακόμα.
     Τράβηξε το χέρι της από το κεφάλι του, σηκώνοντας το κορμί του ξάπλωσε πάνω της και την κοίταξε στα μάτια. «Βιάζεσαι. Και εγώ έχω πολύ χρόνο μπροστά μου.» αποκρίθηκε απολαμβάνοντας την ένταση που μπορούσε να διακρίνει στα μάτια της. Τα χέρια της απλώθηκαν στους ώμους και την πλάτη του, όσο εκείνος λικνίζονταν ανάμεσα της και την φίλαγε έντονα στο στόμα. Τα βογκητά της όσο πήγαινε ακουγόντουσαν πιο συχνά, αλλά το ίδιο ήπια όπως την πρώτη φορά. Βασανίζονταν από τους αργούς του ρυθμούς, αλλά ταυτόχρονα της άρεσε αυτό το αργό βασανιστήριο. Ο Άγγελος ενώ ήθελε να την βασανίσει λίγο ακόμα, δεν άντεξε. Το σώμα του τον οδήγησε σχεδόν αυτόματα μέσα στο δικό της και στο άκουσμα ενός ακόμα βογκητού της, ανατρίχιασε και έκλεισε τα μάτια του απολαμβάνοντας την αίσθηση. Ακόμα περισσότερο απολάμβανε την αίσθηση των γυμνών σωμάτων τους που ακουμπούσαν το ένα το άλλο. Σύντομα την αισθάνθηκε ζεστή και ακόμα πιο γρήγορα αισθάνθηκε τις συσπάσεις όλου του κορμιού της από κάτω του. Την κοίταγε καθ’ όλη την διάρκεια, όλες οι αισθήσεις του είχαν οξυνθεί και πάνω από όλα η ακοή του. Οι αισθησιακοί ήχοι που έβγαιναν από το στόμα της τον έκαναν να θέλει να τελειώσει κάθε φορά. Κρατιόταν όμως όπως μπορούσε, ήθελε να το ζήσει όσο περισσότερο μπορούσε.
     Καθώς ο οργασμός της ήταν τόσο γρήγορος αλλά δυνατός, η Ζωή δεν τον άφησε να σταματήσει ούτε για μια στιγμή, αμέσως μετά άρχισε να λικνίζεται πάλι από κάτω του. Ήθελε να τον ξανανιώσει και αυτό του το χαμόγελο σε κάθε κίνηση του την έκανε να θέλει να πάρει τα ινία. Έτσι και έκανε, τον έσπρωξε από πάνω της και με μια κίνηση πήρε την θέση του. Ήταν σειρά της να τον ευχαριστήσει και να δώσει τον δικό της ρυθμό. Εκείνος ξαφνιάστηκε ευχάριστα από την κίνηση της, ξάπλωσε και τέντωσε τα χέρια του στην πλάτη και τον αυχένα της. Οι κινήσεις της στην αρχή ήταν αρχές, αλλά πάντα σχεδόν ξαπλωμένη πάνω του. Τα χέρια του στην μέση της δεν την άφηναν να σηκωθεί. Κατάλαβε πως του άρεσε να ακουμπάν τα σώματα τους και έτσι συνέχισε, απλά με τους δικούς της όρους. Πήρε τα χέρια του με το ένα της χέρι και τα τοποθέτησε πάνω από το κεφάλι του και ενώ τα κράταγε οι κινήσεις της έγιναν γρηγορότερες. Εκείνος δεν μπορούσε να την αγγίξει πλέον και αυτό τον είχε τρελάνει! Δεν μπορούσε πλέον να κρατηθεί και η στάση των σωμάτων τους δεν ήταν η κατάλληλη για να τελειώσει.
     «Δεν νομίζω να αντέξω άλλο.» της είπε. Εκείνη όμως δεν του απάντησε για άλλη μια φορά, συνέχιζε τις κινήσεις της όλο και πιο γρήγορα, παρασυρμένη από την αίσθηση, δεν την ένοιαζε τίποτα, είχε φτάσει για ακόμα μια φορά στο αποκορύφωμα των αισθήσεων.  «Όπως επιθυμείς!» της είπε ξανά και άρχισε και εκείνος να κουνάει το σώμα του από τους γοφούς του με τον ίδιο ρυθμό.
     Όταν άκουσε το βογκητό της να δυναμώνει, άρχισε το δικό του τρέμουλο και όταν ένιωσε τις συσπάσεις της για άλλη μια φορά, απελευθερώθηκε από τα δεσμά των χεριών της και την έσφιξε στην αγκαλιά του δυνατά. Τελείωσε μέσα της ταυτόχρονα με εκείνη, ενώ κοιταζόντουσαν στα μάτια και ακούγονταν μόνο οι ανάσες και τα βογκητά τους.

     Μετά από λίγα λεπτά, οι ανάσες τους είχαν ηρεμήσει αλλά τα σώμα τους ήταν ακόμα ενωμένα. Η Ζωή σήκωσε το κεφάλι της από το στήθος και τον κοίταξε. «Καλημέρα και σε εσένα!» του είπε χαμογελώντας και ξάπλωσε δίπλα του όσο αυτός την κοίταζε με ένα εξερευνητικό βλέμμα και άπλωνε τα χέρια του για να την αγκαλιάσει ξανά. 

***

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

"Μια ιστορία από τα περασμένα.. "

     Θυμάμαι όλα όσα λέγαμε, τότε, εκεί, συνήθως οι δύο μας, παρέα με το ούζο, την κιθάρα και τα τσιγάρα μας. Θυμάμαι και πιο παλιά που ακόμα ήμασταν πολλοί, γελώντας, πίνοντας και πειράζοντας ο ένας τον άλλον. Θυμάμαι τις ταινίες, τις εκδρομές, τα ανέκδοτα, τα μεθύσια. Μια παρέα που χάθηκε στο όνομα της ανάγκης. Διαφορετικές ανάγκες, διαφορετικά θέλω.. Οι δικοί μας δρόμοι δεν χάθηκαν όμως, συνεχίσαμε να προχωράμε παράλληλα. Πάντα ήσουν εκεί, πάντα δίπλα μου, όπως κανένας άλλος. Και πάντα ήμουν εκεί, προσπαθώντας να γεμίσω με αισιοδοξία τα όμορφα μάτια σου! Πόσο μπορεί να κρατήσει μια φιλία από απόσταση; Αν κρατήσει, πως και πόσο μπορεί να την αλλάξει; Ερωτήσεις που θα απαντήσει μόνο ο χρόνος. Το μόνο δεδομένο είναι το συναίσθημα. Και αυτό δεν θα αλλάξει!
     Δεν συγκρίνονται οι ηχογραφήσεις με το να σε έχω δίπλα μου και ακούω την φωνή σου και τις νότες σου, αλλά ας πάρουμε την δόση μας..

Σου έχω πει ποτέ πόσο σε αγαπώ;;;;

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013

Γαλάζιες παρομοιώσεις

Γαλάζιο, σαν την θάλασσα μου, συμβολίζει αλήθεια, ηρεμία, αρμονία..
Γαλάζιο, σαν τον ουρανό σου, συμβολίζει αθανασία, αγνότητα, ευσέβεια..
Γαλάζιο, σαν το κτήριο στο τέλος της ανηφόρας, συμβόλιζε καρτερία, ανυπομονησία..
Γαλάζιο, σαν τις σκέψεις μου, συμβολίζει την πίστη, την αφοσίωση, την σταθερότητα..
Γαλάζιο, σαν τα μάτια σου, συμβολίζει χαμόγελο, ελπίδα, έρωτα!

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

No 2

Δευτέρα, 03/09/2012

     Ταξίδευε ώρα, τα τοπία εναλλάσσονταν μεταξύ τους με γρήγορους ρυθμούς. Εκείνη οδηγούσε και σκέφτονταν τις ώρες που πέρασαν. Δεν ήταν λυπημένη ούτε αγχωμένη. Περισσότερο αγωνιούσε για το τι θα έρχονταν στην ζωή της από εδώ και πέρα. Γεννήθηκε μια ελπίδα μέσα της μετά από πάρα πολύ καιρό. Ένιωθε δυνατή και αισιόδοξη. Προσπαθούσε να διώχνει κάθε αρνητική σκέψη από το μυαλό της και να κάνει σχέδια για το μέλλον.
     Προορισμός της η όμορφη πόλη των Τρικάλων. Είχε κάνει πολλά ταξίδια στη ζωή της, αλλά στα Τρίκαλα είχε μείνει μόνο μια νύχτα τυχαία, αλλά όσα είχε προλάβει να δει την είχαν ενθουσιάσει. Καθώς ταξίδευε προσπαθούσε να φανταστεί πως θα είναι η πόλη την μέρα. Ήταν σίγουρη πως θα ήταν πανέμορφη, αυτός ήταν και ο πρώτος λόγος που αποφάσισε να πάει εκεί. Κάποιος της είχε μιλήσει για αυτή τη πόλη, την είχε περιγράψει με κάθε λεπτομέρεια και με πολύ χαρακτηριστικά λόγια. Η Ζωή θυμόταν αυτή τη περιγραφή σαν να ήταν χθες, θυμόταν κάθε της λέξη.
     Αναπολώντας τα όμορφα αυτά λόγια στο μυαλό της, την κατέκλυσε ένα κύμα ρίγους και κούρασης. Το ρολόι έδειχνε ήδη μια το μεσημέρι. Θυμήθηκε πως δεν είχε κοιμηθεί καθόλου την προηγούμενη νύχτα. Ήθελε να φτάσει στα Τρίκαλα όσο πιο νωρίς γινόταν αλλά δεν μπορούσε να συνεχίζει να ταξιδεύει άυπνη. Η ένταση της ημέρας δεν την είχε αφήσει να νιώσει κούραση, αλλά τώρα που χαλάρωσε άρχιζε να νυστάζει. Είχε ήδη ταξιδέψει σχεδόν δυόμιση ώρες και είχε τουλάχιστον άλλη μιάμιση μπροστά της. Δεν θα τα έβγαζε πέρα, έτσι αποφάσισε να σταματήσει σε ένα ξενοδοχείο έξω από την Λαμία και να κοιμηθεί λίγο μέχρι να μπορέσει να συνεχίσει το ταξίδι της.
     Γνώριζε ήδη σε ποιο ξενοδοχείο θα πάει, χρειάζονταν ένα οικείο μέρος εκείνη τη στιγμή, χρειάζονταν να ξαναενώσει τα κομμάτια του πάζλ που την έφεραν σε αυτό το σημείο. Έπρεπε να ξεκινήσει από την αρχή, να βιώσει κάθε σημαντική στιγμή της ζωής της για να μην ξανακάνει τα ίδια λάθη και αυτό το ξενοδοχείο ήταν η κατάλληλη ευκαιρία. Το ξενοδοχείο «Bouca» ήταν ένα μικρό ξενοδοχείο κοντά στον σταθμό του ΚΤΕΛ Αθηνών – Λαμίας και λίγο πιο πάνω από την θάλασσα. Φτάνοντας απ’ έξω πάρκαρε, έβαλε μια αλλαξιά ρούχα από την βαλίτσα της στην τσάντα της και περπάτησε προς την είσοδο. Μπαίνοντας μέσα περιεργάστηκε τον χώρο, ο οποίος μπορεί να είχε ανακαινιστεί, αλλά τις θύμιζε πολλά.
     Μια φωνή την έβγαλε από τις αναμνήσεις της:
«Καλώς ήρθατε!», είπε η κοπέλα της Reception
Η Ζωή κινήθηκε αργά προς το μέρος της «Καλησπέρα, θα ήθελα ένα δωμάτιο για μερικές ώρες. Χρειάζομαι λίγο ύπνο για να συνεχίσω το ταξίδι μου.»
«Βεβαίως. Είστε μόνη σας;»
«Ναι, απλά θα ήθελα το δωμάτιο 16, αν είναι διαθέσιμο παρακαλώ».
«Μα αυτό είναι δίκλινο» αποκρίθηκε η κοπέλα με απορία.
«Το γνωρίζω» απάντησε η Ζωή αποφεύγοντας να την κοιτάξει στα μάτια.
«Καλώς, χρειάζομαι μόνο την ταυτότητα σας και επίσης να σας ενημερώσω πως έχει αρχίσει να σερβίρεται το μεσημεριανό, σε περίπτωση που θέλετε να φάτε».
«Όχι, ευχαριστώ πολύ. Ορίστε.» απάντησε η Ζωή δίνοντας την ταυτότητα. Ήξερε πως έπρεπε να φάει κάτι, αλλά δεν είχε αντοχές. Το μόνο που ήθελε ήταν να κοιμηθεί.
     Η κοπέλα αφού καταχώρησε την άφιξη της στον υπολογιστή, της έδωσε το κλειδί και την οδήγησε προς το δωμάτιο, της ευχήθηκε καλή ξεκούραση και έφυγε. Μπαίνοντας στο δωμάτιο η Ζωή αντίκρισε μια γνώριμη εικόνα και μερικές ακόμα αναμνήσεις της ήρθαν στο μυαλό. Χαμογέλασε κοιτώντας γύρω της. Άφησε την τσάντα της στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι, γδύθηκε και ξάπλωσε γυμνή στο κρεβάτι, σχεδόν όπως τότε. Καθώς την έπαιρνε ο ύπνος, οι αναμνήσεις έγιναν όνειρο.

***

Παρασκευή, 20/02/2004
     Πρόλαβε το λεωφορείο δύο λεπτά πριν αναχωρήσει για Αθήνα. Μπήκε μέσα βρεγμένη από την βροχή και λαχανιασμένη, ψάχνοντας να βρει την θέση της. Μετά από λίγη ώρα χαλάρωσε και σκέπτονταν όλα όσα είχαν συμβεί και τι την περίμενε στην Αθήνα. Δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της χωρίς να το θέλει. Τα σκούπισε με τα χέρια της αλλά μάταια. Δεν μπορούσε να σταματήσει να κλαίει. Ήταν πάντα πολύ δυνατή και σπάνια έκλαιγε αλλά αυτή τη φορά δεν μπορούσε να το ελέγξει. Ένιωθε τον πυρετό να ανεβαίνει, φοβόταν και δεν είχε άλλες αντοχές.
     Καθώς προσπαθούσε να ηρεμήσει και να σταματήσει το κλάμα, μια φωνή ακούστηκε από δίπλα της: «Νομίζω πως το χρειάζεσαι». Γύρισε και κοίταξε τον διπλανό της που της έδινε ένα χαρτομάντιλο. Του χαμογέλασε και τον ευχαρίστησε. «Έλα να κάτσεις δίπλα στο παράθυρο, θα σε βοηθήσει να ηρεμήσεις, θα δεις. Θα σε πάρει ο ύπνος και ούτε που θα καταλάβεις πότε θα φτάσουμε. Θα ξυπνήσεις και όλα θα είναι καλύτερα», της είπε με την ήρεμη και σταθερή φωνή του. Δέχτηκε την πρόταση του και καθώς άλλαζαν θέσεις τον ευχαρίστησε ξανά. Χαζεύοντας έξω από το παράθυρο χαλάρωσε και όντως ο ύπνος την πήρε πολύ εύκολα.
     Μετά από τέσσερις ώρες ξύπνησε από έναν δυνατό θόρυβο. Άνοιξε τα μάτια της με δυσκολία και άκουσε γύρω της φωνές. Ο πονοκέφαλος δεν την άφηνε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Κατάλαβε πως κάποιος την είχε αγκαλιάσει και προσπάθησε να γυρίσει να δει τι συμβαίνει. Η αγκαλιά έσφιξε από πίσω της και ένα χέρι χάιδεψε τα μαλλιά της. «Ηρέμησε, μην ταράζεσαι, δεν είναι τίποτα. Είμαστε έξω από την Λαμία. Ο καιρός χειροτέρεψε και η βροχή είναι πολύ δυνατή για να συνεχίσουμε το ταξίδι μας. Το πιο πιθανό είναι να διανυκτερεύσουμε και να συνεχίσουμε όταν σταματήσει να βρέχει». Η φωνή ακούστηκε δίπλα στο αυτή της καθησυχαστική.
     Έκανε ότι της είπε, ηρέμησε, βολεύτηκε στην αγκαλιά του και συνέχισε τον ύπνο της. Μετά από λίγη ώρα η ίδια φωνή την ξύπνησε: «Λοιπόν ξανθούλα είναι ώρα να ξυπνήσεις, είμαστε έξω από ένα ξενοδοχείο, θα διανυκτερεύσουμε εδώ, είναι ευκαιρία να σου βάλουμε και ένα θερμόμετρο εσένα, γιατί ζεματάς». Σηκώθηκε με δυσκολία και κοίταξε τον άγνωστο. «Έχεις δίκιο, πρέπει να μου έχει ανέβει ο πυρετός. Κοιμόμουν τόσες ώρες πάνω σου; Γιατί δεν με ξύπνησες να πάω στην θέση μου;» τον ρώτησε. «Άκου τι λέει! Κοιμάται πάνω μου μια όμορφη και άρρωστη ξανθούλα και θα την ξυπνήσω; Να χάσω την ευκαιρία;», απάντησε καθώς σηκώνονταν από την θέση του και γελώντας της. Η Ζωή του χαμογέλασε και προσπάθησε να σηκωθεί για να τον ακολουθήσει. Οι δυνάμεις της όμως την εγκατέλειψαν. Λιποθυμώντας έπεσε ξανά στην θέση της.
     Ο Άγγελος χωρίς να χάσει στιγμή την πήρε στα χέρια του και την κατέβασε από το λεωφορείο. Περπάτησε μέχρι την είσοδο του ξενοδοχείου και την ακούμπησε προσεκτικά στον καναπέ που βρίσκονταν λίγο πιο δίπλα. «Ας φέρει κάποιος νερό και αντιπυρετικά παρακαλώ, η κοπέλα ψήνεται στον πυρετό.» φώναξε ανήσυχος. Μερικά άτομα κινήθηκαν προς το μέρος τους, ένας ηλικιωμένος του έδωσε νερό και παυσίπονα και μια κυρία που δούλευε στο ξενοδοχείο έφερε ότι χρειάζονταν και άρχισε να τοποθετεί κομπρέσες στο κεφάλι της. Μετά από λίγα λεπτά η Ζωή άρχισε να συνέρχεται αλλά εξακολουθούσε να είναι εξαντλημένη. Άνοιξε τα μάτια της, κοίταξε τον κόσμο γύρω της και προσπάθησε να βρει μια οικεία φυσιογνωμία. Της ήταν δύσκολο να καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί, δεν θυμόταν ούτε που ήταν, ούτε ποιοι ήταν όλοι αυτοί τριγύρω. Είχε αρχίσει να ανησυχεί και να ταράζεται όταν η οικία φωνή ακούστηκε ξανά.
«Είμαι εγώ εδώ, μην φοβάσαι τίποτα, έχεις πυρετό, θα σε πάω στο δωμάτιο σου. Αύριο θα είσαι περδίκι».
     Ένα κύμα ηρεμίας και αισιοδοξίας την κατέκλυσε, άρχισε να θυμάται που ήταν και ενώ έπρεπε να συνεχίσει να ανησυχεί εκείνη ένιωθε παραδόξως ατάραχη. Σηκώθηκε καθιστή, κοίταξε τους συνταξιδιώτες της τριγύρω και ψέλλισε ένα ευχαριστώ. Ο Άγγελος ήταν συνεχώς δίπλα της μέχρι που μπήκαν στο δωμάτιο. Καθώς τακτοποιούσε τα πράγματα τους η Ζωή παρατηρούσε κάθε του κίνηση. Αισθάνονταν οικία με αυτόν τον άνθρωπο, δεν ήξερε γιατί, αλλά ήταν απόλυτα ήρεμη δίπλα του. Εκείνος πάλι ένιωθε αγχωμένος. Ανησυχούσε για εκείνη και όχι μόνο για τον πυρετό που την ταλαιπωρούσε.
«Λοιπόν ξανθούλα, εγώ είμαι ο Άγγελος. Πως μπορώ να σε βοηθήσω;»
«Εγώ είμαι η Ζωή. Ήδη βοήθησες Άγγελε, δεν χρειάζομαι τίποτα άλλο, θα με βοηθήσουν τα αντιπυρετικά και ο ύπνος.» χαμογελώντας του κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα της.
«Φαίνεσαι αδύναμη, ένα μπάνιο θα έριχνε τον πυρετό. Τι λες; Έχεις κουράγιο; Ανησυχώ για εσένα.»
«Ναι θα κάνω ένα μπάνιο. Κοιμήσου εδώ, έτσι και αλλιώς είμαστε πολλοί και το ξενοδοχείο είναι μικρό.»
     Την βοήθησε να σηκωθεί και την συνόδευσε στο μπάνιο και της άφησε την πετσέτα κοντά της. Πάω κάτω να πάρω κανένα ακόμα αντιπυρετικό, μήπως το χρειαστείς αργότερα. "Θα σου φέρω και κάτι να φας. Κάνε το μπάνιο σου και σε λίγο θα είμαι πίσω."
     Στο ξενοδοχείο επικρατούσε ένας πανικός, γιατί ο κόσμος ήταν πολύς για τα δεδομένα του. Αυτόν όμως δεν τον ένοιαζε τίποτα, προσπαθούσε να κάνει όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να ανέβει ξανά στο δωμάτιο. Για καλή του τύχη το προσωπικό τον εξυπηρέτησε όσο καλύτερα μπορούσε. Ταυτόχρονα η Ζωή δεν είχε άλλες αντοχές, έκανε το μπάνιο της όσο πιο γρήγορα μπορούσε, βγήκε, τύλιξε μια πετσέτα στο κεφάλι της και άλλη μια στο σώμα της και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Κατάλαβε πως η βαλίτσα της πρέπει να ήταν ακόμα στο λεωφορείο, άρα έπρεπε να φορέσει τα ρούχα που φόραγε και πριν. Δεν πρόλαβε όμως. Ο ύπνος την πήρε χωρίς να το καταλάβει.
     Ο Άγγελος μπήκε στο δωμάτιο και την είδε να κοιμάται ήρεμη. Άφησε τα παυσίπονα και ένα μπουκαλάκι νερό στο κομοδίνο δίπλα της. Έβγαλε τις πετσέτες προσεκτικά, για να μην την ξυπνήσει από το σώμα της και έβαλε μια στεγνή κάτω από το κεφάλι της. Κάποια στιγμή έπιασε τον εαυτό του να χαζεύει το γυμνό της κορμί. Η θέα τον συντάραξε, ένιωσε όλο του το σώμα να διεγείρεται. Όσο η ματιά του χάιδευε  το σώμα της, τόσο η επιθυμία να την αγγίξει μεγάλωνε μέσα του. Ένιωσε άσχημα, ντράπηκε και την σκέπασε με την κουβέρτα που βρίσκονταν πάνω στο κρεβάτι. Έσκυψε στο μέτωπό της για να ελέγξει τον πυρετό. Η θερμοκρασία της έπρεπε να ήταν περίπου η ίδια, αλλά δεν ανησύχησε, σε λίγο θα έκαναν δράση τα αντιπυρετικά. Έσβησε τα φώτα και ξάπλωσε δίπλα της, σκεπάστηκε και προσπάθησε να κοιμηθεί. Όσο εύκολα πήρε ο ύπνος την Ζωή, τόσο δυσκολεύτηκε με τον Άγγελο. Ένιωθε το κορμί του να καίει, εικόνες περνούσαν από μπροστά του, φαντασιώσεις και δεν τον άφηναν να κοιμηθεί. Σκέφτηκε πως ίσως έπρεπε να αλλάξει δωμάτιο, αλλά δεν ήθελε να φύγει από δίπλα της στιγμή. Όταν μετά από ώρα κοιμήθηκε, τα όνειρα του ήταν το ίδιο έντονα με τις φαντασιώσεις του. Το σώμα του δεν ηρέμησε ούτε λεπτό.
     Ξύπνησε νωρίς το πρωί ακούγοντας το τηλέφωνο να χτυπάει. Τεντώθηκε να το σηκώσει γρήγορα για να μην ξυπνήσει την Ζωή και στην προσπάθεια του αυτή ακούμπησε το γυμνό της κορμί. Η στύση του μεγάλωσε απότομα. Ντράπηκε ξανά και απομακρύνθηκε. Από το τηλέφωνο τον ειδοποίησαν πως το λεωφορείο σε λίγη ώρα θα ήταν έτοιμο να συνεχίσει το ταξίδι του. Κοίταξε το ρολόι του, η ώρα ήταν έξι. Ένωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι του, έπρεπε να την ξυπνήσει. Δεν ήθελε, αυτό που ήθελε ήταν να σταματήσει ο χρόνος εκεί, να συνεχίσει να κοιμάται πλάι της. Πράγμα ουτοπικό.
     «Ξανθούλα, πρέπει να ξυπνήσεις, είναι ώρα να φύγουμε», της ψιθύρισε χαϊδεύοντας τα μαλλιά της. Εκείνη άνοιξε τα μάτια της, συνειδητοποίησε πως αισθανόταν πολύ καλύτερα από την προηγούμενη νύχτα. Της πήρε λίγη ώρα να θυμηθεί τι είχε γίνει και που ήταν. Γύρισε και τον κοίταξε, οι ματιές τους συναντήθηκαν και χωρίς δεύτερη σκέψη αποφάσισε να κάνει την επιθυμία του πραγματικότητα, χωρίς να το ξέρει. «Δεν θέλω να φύγω. Φτάνοντας στην Αθήνα έχω να αντιμετωπίσω μια πολύ δύσκολη κατάσταση και δεν είμαι έτοιμη ακόμα. Θα μείνω.»
     Το σώμα του άρχισε να τρέμει, ένιωθε αμηχανία, δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Δεν της απάντησε. Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο. Έπλυνε το πρόσωπο του σε μια προσπάθεια να ηρεμήσει. Έμεινε λίγη ώρα εκεί, κοιτάζοντας τον εαυτό του στον καθρέπτη. Όταν βγήκε από το μπάνιο εκείνη ήδη κοιμόταν. Κοίταξε το λευκό της πανέμορφο πρόσωπο και τα χρυσά της μαλλιά. Θα έμενε μαζί της. Βγήκε από το δωμάτιο, κατέβηκε γρήγορα στο ισόγειο, βγήκε στην αυλή και κατευθύνθηκε προς τον οδηγό του λεωφορείου. «Μπορώ να πάρω τα πράγματα μου και τα πράγματα της άρρωστης κοπέλας; Δεν μπορούμε να φύγουμε ακόμη.» τον ρώτησε αποφασισμένος. Μετά από λίγη ώρα, ο Άγγελος άφηνε τις βαλίτσες τους δίπλα στην πόρτα του δωματίου. Έβγαλε όλα τα ρούχα του και ξάπλωσε γυμνός δίπλα της. Εκείνη ξύπνησε, τον κοίταξε και κούρνιασε στην αγκαλιά του λέγοντας του «Ευχαριστώ». Εκείνος χαμογέλασε, άπλωσε το ένα χέρι του κάτω από το κεφάλι της και με το άλλο έπιασε το χέρι της που βρίσκονταν πάνω στο στήθος του.


***





Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Ανάσα

Παίρνεις μια ανάσα και βήμα με το βήμα προχωράς, ελπίζεις.
Εμπόδια εμφανίζονται στον δρόμο σου, ξανά παίρνεις ανάσα και συνεχίζεις.
Τα παραβλέπεις, αλλά αυτά εμφανίζονται ξανά, επίμονα, σαν κάτι να θέλουν.
Δεν τα παραβλέπεις αυτή τη φορά, τα ακούς, προσπαθείς να τα λύσεις και συνεχίζεις, γιατί πιστεύεις.
Πιστεύεις σε εσένα, στην δύναμή σου.
Αργά ή γρήγορα κουράζεσαι, κάνεις υπομονή όμως και συνεχίζεις ξανά με μια ανάσα, γιατί εξακολουθείς να πιστεύεις.
Πιστεύεις στην αισιοδοξία που είχες τόσα χρόνια, στην τύχη.
Αυτή τη φορά η τύχη δεν είναι με το μέρος σου όμως.
Το καταλαβαίνεις, το προσπερνάς και αυτό και προχωράς, όχι όπως ήθελες ή όπως είχες σχεδιάσει, αλλά προχωράς γιατί δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς.
Και κουράζεσαι ξανά, η δύναμη σου εξαντλείται, η αισιοδοξία χάνεται και μαζί της τα όνειρα, η ελπίδα.
Συνεχίζεις με άλλα δεδομένα, αλλά δεν σου αρέσουν, δεν περνάς καλά, απογοητεύεσαι.
Εξακολουθείς να προχωράς απογοητευμένος..
Ως πότε;

Κάπου εδώ κατεβάζεις ρολά, γιατί κανείς δεν θέλει να αποδιοργανώνεται ο κόσμος του..

Οπτική γωνία

     Σύμφωνα με την γνώμη ενός πολύ καλού φίλου, εντυπωσιάζομαι πολύ συχνά και συνήθως με άσχετα πράγματα. Χαρακτηριστικό μου, που έχει γίνει αστείο της παρέας λοιπόν και που το χαίρομαι πολύ!! Μέσα στα τόσα λοιπόν, τελευταία ενθουσιάστηκα με τις τόσες διαφορετικές απόψεις που μπορεί να υπάρχουν μεταξύ των ανθρώπων για ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Είναι εντυπωσιακό το πόσο διαφορετικά μπορεί να αντιληφθεί κάποιος ένα γεγονός για παράδειγμα, από κάποιον άλλον. Άλλο τόσο ενδιαφέρον είναι να ακούς αυτές τις διαφορετικές απόψεις και να τις εξετάζεις. Θεωρώντας τον εαυτό μου έναν "πρώην απόλυτο άνθρωπο" λοιπόν, χαίρομαι πάρα πολύ που πλέον καταλαβαίνω την αξία της διαφορετικότητας. Είναι εντυπωσιακά τα παιχνίδια που σκαρώνει το μυαλό μας! Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι το πόσο μπορούν να σε βοηθήσουν κάποιες φορές!!!

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Ακούσια..

     Είναι μερικές φορές που τα πράγματα έρχονται όχι απλά άσχημα, αλλά εντελώς αντίθετα από ότι είχες προβλέψει. Παντού εμπόδια.. Όσο και αν θέλεις να ΤΟ κάνεις, απλά δεν μπορείς. Πέρασαν προ πολλού οι εποχές του "Δεν υπάρχει δεν μπορώ, μόνο δεν θέλω." Και να θέλεις πλέον, δεν μπορείς. ΤΟ προσπαθείς βέβαια, ΤΟ τραβάς από τα μαλλιά, ανακαλύπτεις τρόπους, μέσα, στερείσαι απολαύσεις, αγχώνεσαι και άλλα τόσα... για να ΤΟ έχεις όσο πιο πολύ μπορείς. Και δεν σκέφτεσαι το μέλλον, γιατί ξέρεις πως ΑΥΤΟ που έχεις τώρα σου ΦΤΑΝΕΙ, ακόμα και αν έχει ημερομηνία λήξης. Θυσιάζεις ένα ολόκληρο χρονικό διάστημα για να περάσεις ένα πολύ μικρότερο ΥΠΕΡΟΧΑ. Φτάνει άραγε; Για μένα τόσους μήνες έφτανε.
     Όταν έρχεται η στιγμή που δεν έχεις την δυνατότητα να τα κάνεις όλα αυτά όμως; Τότε τι; Που πήγε το "Η αγάπη όλα τα μπορεί και όλα τα υπομένει;" Στο διάολο μάλλον... γιατί όταν ζεις στην Ελλάδα το 2013 πολλά πράγματα πάνε στον διάολο, δουλείες, σχέσεις, αγάπες, ψυχές. Ε κάπως έτσι θα γίνει και σε αυτήν την περίπτωση όπως έγινε και με τόσες άλλες, αργά ή γρήγορα θα παρθεί μια απόφαση και όλα θα τελειώσουν. Ακούσια απόφαση! Όσο και αν δεν τη θέλεις, πιθανόν να στεναχωριέσαι, να πονάς για αυτήν, αλλά δεν έχει σημασία, δεν έχεις επιλογή. Και αν είναι χειρότερα μετά; Και αν μας δοθεί μια ευκαιρία μετά από λίγο; Μήπως πρέπει να κάνουμε λίγο ακόμα υπομονή; Αν καλυτερεύσουν τα πράγματα; Αν δεν αντέξω; Αναπάντητες ερωτήσεις που μόνο ο χρόνος θα τις απαντήσει, αλλά μέχρι τότε δυστυχώς τα πράγματα θα έχουν χαθεί. Η μόνη ελπίδα αυτή η τεράστια ανθρώπινη δύναμη που κάπου άκουσα ότι μπορεί να κάνει τα πάντα λέει.. Μάλλον εγώ δεν είμαι άνθρωπός, και δεν μπορώ να ζήσω όπως θέλω, μόνο να παίρνω ακούσιες αποφάσεις μπορώ. Αν μπορώ να τις πάρω και αυτές και δεν αφήσω τα πράγματα στην τύχη τους για άλλη μια φορά..


Μετά από αυτά φιλαράκι, άντε πήγαινε κάνε ξανά άλλη μια προσπάθεια για ύπνο!

Και που ξέρεις, μπορεί στα όνειρα σου να βρεθείς εκεί που θες..

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

Νο 1


Δευτέρα, 03/09/2012

     Δεν ήταν τυχαίο που ξημέρωνε Δευτέρα. Πάντα της άρεσαν οι Δευτέρες, αισθανόταν πως κάτι καινούριο, κάτι διαφορετικό θα ξεκινήσει με την νέα εβδομάδα. Καθισμένη στο μπαλκόνι του πατρικού της ώρες, σκεφτόταν και προσπαθούσε να βρει την ελπίδα στην ζωή της. Καταμεσής της νύχτας κατάλαβε πως δεν υπάρχει ελπίδα, ούτε διέξοδος. Ο νους της συνέχεια πήγαινε προς την ίδια κατεύθυνση. Δεν υπήρχε άλλη λύση από το να φύγει. Πόσες φορές είχε σκεφτεί αυτήν την εναλλακτική και πόσες φορές ακόμα την είχε απορρίψει; Είχε σχεδιάσει κάθε μικρή λεπτομέρεια της φυγής της, ήταν όλα έτοιμα και την περίμεναν να πάρει την απόφαση. Πάντα όμως δείλιαζε, το ξανασκέφτονταν και με μισή καρδιά έπαιρνε την απόφαση να μείνει, να το παλέψει λίγο ακόμα, να εξαντλήσει κάθε πιθανότητα επιτυχίας. 
     Το μεγάλο συναισθηματικό δέσιμο που είχε με τους γονείς της, την κράταγε πίσω, δεν την άφηνε να ανοίξει τα φτερά της, το καταλάβαινε, αλλά κάθε φορά δεν έπαιρνε την απόφαση να απογαλακτιστεί, να τους αφήσει πίσω της και να ξεκινήσει να ζει χωρίς την τόσο στενή παρουσία τους. Πολλές φορές το είχε προσπαθήσει μα πάντα γύρναγε πίσω. Όχι επειδή δεν ήταν αρκετά δυνατή εκείνη, αλλά επειδή χρειαζόντουσαν την βοήθεια της. Πάντα την χρειάζονταν, είτε ήταν συναισθηματική, είτε χρηματική. Έπρεπε να σταματήσει να το κάνει, το ήξερε, με αυτόν τον τρόπο δεν βοηθούσε τον εαυτό της και ούτε την οικογένεια της ουσιαστικά. Έπρεπε να φύγει.. και ήξερε πολύ καλά που έπρεπε να πάει!!
     Πήρε την απόφαση, άναψε ένα ακόμη τσιγάρο, έκλεισε τα μάτια της και σκέφτηκε τις επόμενες κινήσεις της. Ένιωσε το ελαφρύ φθινοπωρινό αεράκι της να χαϊδεύει το πρόσωπο της και ταυτόχρονα όλοι οι μυς του σώματός της χαλάρωσαν. Αισθάνονταν ελεύθερη. Απόλαυσε για λίγη ώρα αυτήν την αίσθηση και όταν το τσιγάρο τελείωσε, σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο. Το αίσθημα της χαλάρωσης συνεχίστηκε καθ' όλη την διάρκεια του μπάνιου της καθώς σκεφτόταν τα όμορφα τοπία του προορισμού της. 
     Βγήκε από το μπάνιο και κατευθύνθηκε προς το πατάρι. Κατέβασε μια μεγάλη βαλίτσα και χωρίς θόρυβο έφτασε στο δωμάτιο της. Άνοιξε την ντουλάπα της και μετέφερε μερικά από τα ρούχα της στην βαλίτσα. Δεν χρειάζονταν πολλά, μόνο τα απαραίτητα. Ήξερε πως η ζωή της θα ξεκινούσε από την αρχή και δεν ήθελε τίποτα από την παλιά της ζωή να της θυμίζει όσα έζησε και όσα έχασε. Σχεδόν όσα χρειάζονταν χωρούσαν μέσα σε μια βαλίτσα.
     Την έκλεισε και κάθισε στο κρεβάτι της να σκεφτεί τι είχε ξεχάσει. Ήταν σίγουρη πως κάτι της έλλειπε. Είχε σχεδιάσει στο μυαλό της αυτήν την στιγμή τόσες πολλές φορές που ήταν σίγουρη ότι όλα θα γινόντουσαν μηχανικά όταν θα έπαιρνε την απόφαση. Πώς ήταν δυνατόν να της είχε ξεφύγει κάτι και να μην μπορούσε να το θυμηθεί; Άκουσε έναν θόρυβο και κατάλαβε πως κάποιος στο σπίτι ήταν ξύπνιος. Κοίταξε το ρολόι της και είδε πως η ώρα ήταν ήδη έξι το πρωί και κατάλαβε πως είχε ξυπνήσει ο πατέρας της. "Πως πέρασε τόσο γρήγορα η ώρα;", σκέφτηκε και άρχισε να αγχώνεται. Δεν ένοιωθε έτοιμη να δώσει εξηγήσεις, είχε πολλά πράγματα να κάνει ακόμα, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Συνειδητοποίησε πως είχε ακόμα στο σώμα της την πετσέτα του μπάνιου, σηκώθηκε ντύθηκε και έφτιαξε την τσάντα της. Βγήκε από το δωμάτιο και κλείδωσε την πόρτα πίσω της. Κανένας δεν έπρεπε να δει ακόμα, κανείς δεν έπρεπε να καταλάβει και τίποτα δεν έπρεπε να την εμποδίσει. 
     Μπήκε στο σαλόνι και κοίταξε τον πατέρα της που έπινε τον πρωινό του καφέ.
"Καλημέρα μπαμπά!" είπε. 
"Δεν είναι λίγο νωρίς για εσένα Ζωή μου; Γιατί σηκώθηκες τόσο πρωί;" ρώτησε ο μπαμπάς της με έναν τόνο αγωνίας στην φωνή του. 
"Ο κόσμος το πρωί μπαμπά λέει καλημέρα, δεν αρχίζει τις ερωτήσεις", απάντησε προσπαθώντας να αποφύγει την αλήθεια, "να σου φέρω την εφημερίδα σου απ' έξω;"
"Μα που πας από τώρα;" κοίταξε την αποθαρρυντική έκφραση της κόρης του και συνέχισε "Ναι κόρη μου, αν μπορείς."
     Βγήκε στην αυλή του σπιτιού της και κατευθύνθηκε προς την έξοδο κοιτώντας τον σκύλο της, ο οποίος δεν αυτήν την φορά δεν ήρθε να την χαιρετήσει γεμάτος χαρά όπως πάντα. Παραξενεύτηκε αλλά σκέφτηκε πως δεν θα ήταν ο μόνος που δεν θα του άρεσε αυτή της η απόφαση. Μπήκε στο αμάξι της και ξεκίνησε. Βγαίνοντας στον κεντρικό θαύμασε τους άδειους δρόμους της μεγαλούπολης. Λίγες φορές έχει κανείς την ευκαιρία να δει τέτοιο θέαμα. Υπό άλλες συνθήκες θα έκανε μια βόλτα για να απολαύσει την ηρεμία πριν ακόμα ξυπνήσει η πόλη και μαζί της το άγχος και το τρέξιμο. Αυτή τη φορά όμως δεν το έκανε, πήγε κατευθείαν στην τράπεζα, σήκωσε όσα λεφτά χρειάζονταν από τις οικονομίες της, γέμισε το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου και σταμάτησε σε ένα περίπτερο. Καθώς αγόρασε την εφημερίδα του πατέρα της, είδε μια στοίβα με κούτες πιο δίπλα και ξαφνικά θυμήθηκε τι ήταν αυτό που είχε ξεχάσει να πάρει μαζί της. Ένα αχνό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο της και ζήτησε από τον αγουροξυπνημένο περιπτερά μια από αυτές τις κούτες.
     Φτάνοντας έξω από το σπίτι της ένιωθε έτοιμη να αντιμετωπίσει την οικογένεια της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε μέσα αποφασισμένη να δώσει την μεγάλη της μάχη. Ο πατέρας της την κοίταξε έντρομος και σχεδόν απογοητευμένος, είχε καταλάβει. "Μπαμπά, χωρίς πολλά λόγια, πάρε την εφημερίδα σου, πήγαινε ξύπνα την μαμά και πες της πως θέλω να μιλήσουμε και προσπάθησε τουλάχιστον εσύ να είσαι ψύχραιμος" είπε γεμάτη αποφασιστικότητα και μπήκε στο δωμάτιο της. Άνοιξε την κούτα και την γέμισε με όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης. Ήταν δασκάλα και γνώριζε πολύ καλά πως τίποτα και κανείς δεν θα μπορούσε να την εμποδίσει πλέον από το να εξασκήσει το επάγγελμα που τόσο αγαπούσε. Έκλεισε την κούτα και πήρε ξανά άλλη μια μεγάλη ανάσα.
     Η θέα των γονιών της να την κοιτούν με αυτό το λυπημένο και γεμάτο δάκρυα βλέμμα την έκανε να ανατριχιάσει αλλά δεν άφησε το συναίσθημα αυτό να την εμποδίσει από τον σκοπό της. Πήγε και έκατσε μπροστά τους και άπλωσε τα χέρια της. Κανείς από τους δύο δεν ανταποκρίθηκαν στην κίνηση της. Απογοητεύτηκε, δεν περίμενε πως θα καταλάβαιναν αυτή της την απόφαση, αλλά ήλπιζε σε αυτό μέχρι την τελευταία στιγμή. 
     "Ξέρετε πολύ καλά για τι θέλω να μιλήσουμε. Σας αγαπάω πολύ και το ξέρετε, πρέπει όμως να ξεκινήσω την ζωή μου από την αρχή. Έχω περάσει όπως και εσείς πολλά και όλα όσα έγιναν με πονάνε όσο και εσάς. Είμαι όμως 28 χρονών και δεν μπορώ να αφήσω την ζωή μου να περνάει άσκοπα. Δεν μπορώ να συνεχίζω να ζω σε αυτήν την πόλη, σε αυτό το σπίτι και απλά να θυμάμαι. Δεν θέλω να συνεχίζω να κάνω μια δουλειά που δεν μου αρέσει μόνο και μόνο για να μπορώ να συντηρώ την υπάρχουσα κατάσταση εδώ μέσα. Σας στήριξα πολύ και θα συνεχίζω να το κάνω αλλά από μακριά. Δεν θα σας πω που πάω, γιατί ξέρετε πολύ καλά τι πρόκειται να συμβεί εάν γνωρίζεται. Αυτή τη φορά δεν θα με εμποδίσει τίποτα. Μπορώ να διακρίνω τον θυμό στα πρόσωπά σας και αυτό με στεναχωρεί αφάνταστα. Λυπάμαι που αναγκάζομαι να το κάνω αυτό αλλά δεν έχω άλλη επιλογή." οι λέξεις βγήκαν από το στόμα της σχεδόν με μια ανάσα.
     "Αν σε στεναχωρούσε δεν θα το έκανες Ζωή, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, για μια ακόμη φορά σκέφτεσαι μόνο τον εαυτό σου, αγνοώντας εμάς που ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να σε χάσουμε και ξεχνώντας την αδερφή σου που επίσης γνωρίζεις ότι θα της είναι δύσκολο. Αφού το πήρες απόφαση λοιπόν, φύγε, αλλά μην ζητάς από εμάς να σε στηρίξουμε, γιατί δεν πρόκειται!" ακούστηκε μια βαριά απάντηση.
     "Δεν έχω καμία όρεξη ούτε να μαλώσω ούτε να αποδείξω σε κανέναν ότι δεν σκέφτομαι τον εαυτό μου. Δεν με χάνετε μαμά, δεν πεθαίνω ούτε πάω στην άλλη άκρη του πλανήτη. Όσο για την Χαρά, είναι πλέον μεγάλη κοπέλα και μπορεί να ζήσει χωρίς την βοήθεια μου. Θα είμαι δίπλα της όποτε με χρειαστεί και είμαι σίγουρη πως θα καταλάβει. Όσο για εσάς πραγματικά δεν ξέρω αν και πότε θα καταλάβετε πόσα πράγματα έχω θυσιάσει για να είμαι δίπλα σας, αλλά δεν με νοιάζει, εγώ την συνείδηση μου την έχω καθαρή. Θα σας πω μόνο ένα ακόμα πράγμα και προσπαθήστε να με ακούσετε αυτή τη φορά. Μην αφήσετε την Χαρά να μαραζώσει εδώ μέσα, εκπληρώνοντας τα δικά σας όνειρα και τις δικές σας ανάγκες"
     "Ζωή καλύτερα να φύγεις πριν ειπωθούν και άλλες βαριές κουβέντες", είπε ο πατέρας της προλαβαίνοντας την απάντηση της μαμάς της που μόνο από το ύφος της φαινόταν όντως βαριά. Η Ζωή σηκώθηκε και στάθηκε όρθια μπροστά τους περιμένοντας να την αποχαιρετήσουν. Άσκοπα! Καμία κίνηση δεν εκδηλώθηκε και πάλι.
     "Θα φύγω να τακτοποιήσω κάποιες εκκρεμότητες  Ίσως όταν γυρίσω να θελήσετε να με χαιρετήσετε. Πείτε στην Χαρά να με περιμένει, δεν θα αργήσω." είπε και έφυγε αμέσως από το σπίτι γεμάτη απογοήτευση. 
     Η αλήθεια είναι πως αυτή η συζήτηση την πείραξε περισσότερο από ότι φανταζόταν. Ξέσπασε σε λυγμούς, απελευθερώνοντας όλα αυτά τα συναισθήματα που ένιωσε κατά τη διάρκεια αυτής της τόσο σύντομης, αλλά δυνατής συζήτησης. Μπήκε στο αμάξι της και κινήθηκε προς την δουλειά της. Η πόλη πλέον είχε ξυπνήσει, η κίνηση είχε αρχίσει και καθισμένη στο κάθισμα σκέφτηκε πως ίσως το μόνο κακό της όλης υπόθεσης ήταν ότι η ξαφνική παραίτηση της θα ήταν πρόβλημα για το αφεντικό της. Ο κύριος Χατζηκοσμάς ήταν ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που ήταν δίπλα της και την στήριζε πάντα, επομένως θα ήταν πολύ άδικο για εκείνον να τον αφήσει ξεκρέμαστο χωρίς γραμματέα. Δεν υπήρχε άλλη λύση όμως, ήλπιζε τουλάχιστον αυτός να καταλάβει.
     Φτάνοντας στην δουλειά ανέβηκε κατευθείαν στον 2ο όροφο, μπήκε στο γραφείο της και άνοιξε τον υπολογιστή της. Σύνταξε την παραίτηση της εν συντομία και έφτιαξε έναν κατάλογο με όλες τις εκκρεμότητες που είχε. Ήταν ο μόνος τρόπος που θα μπορούσε να βοηθήσει το αφεντικό της και την επόμενη γραμματέα του. 
"Πως και τόσο πρωινή Ζωή; Καλημέρα!" ακούστηκε μια φωνή από την πόρτα της.
"Καλημέρα κύριε Κώστα, να σας φέρω τον καφέ σας;" είπε κοκκινίζοντας λες και την είχε πιάσει το αφεντικό της να κάνει κάτι που δεν έπρεπε.
"Ποιόν καφέ; Με τέτοιο ύφος θα φτιάξεις καφέ; Έλα μέσα να μου πεις τι συμβαίνει" ανταποκρίθηκε εκείνος βλέποντας την ανησυχία στο πρόσωπό της.
"Θα αλλάξω το ύφος μου λοιπόν, θα σας φτιάξω τον καφέ σας και έρχομαι να τα πούμε" απάντησε ανακουφισμένη. Αυτός ο άνθρωπος είχε κάτι πάνω του που της έφτιαχνε το κέφι, αλλά αυτή τη φορά για κάποιο λόγο ένιωθε συγκινημένη. Αφού έφτιαξε τον καφέ, πήρε τα χαρτιά της και πήγε στο γραφείο του. Κάθισε και προσπάθησε με ήρεμη φωνή να του ανακοινώσει την παραίτηση της. Δεν τα κατάφερε, το στομάχι της δέθηκε κόμπος και λυγμοί εμφανίστηκαν στα μάτια της ξανά. Εκείνος σηκώθηκε από την καρέκλα του και κάθισε απέναντι της, της έπιασε το χέρι και για μια ακόμη φορά αποκρίθηκε όλο χιούμορ: "Ωραίος τρόπος να ξεκινάς την μέρα του αφεντικού σου μικρή! Θα μου πεις τι έγινε πάλι ή θα με σκάσεις;" Η Ζωή του έδωσε την παραίτηση της, ζητώντας του συγνώμη χαμηλόφωνα.
     Πίστευε ότι θα την καταλάβαινε και ότι δεν θα της κρατήσει κακία αλλά σε καμία περίπτωση δεν περίμενε αυτήν την αντίδραση. Σήκωσε το γεμάτο απορία βλέμμα της και τον κοίταξε που γέλαγε! Εκείνος αφού σταμάτησε να γελάει της χάιδεψε το κεφάλι της και σηκώθηκε από την καρέκλα του. 
"Αυτό ήταν και με τρόμαξες; Ξέρεις πόσο καιρό περιμένω αυτή τη μέρα; Σχεδόν από την πρώτη μέρα που σε προσέλαβα. Έλεγα δεν μπορεί, αυτό το κορίτσι θα υψώσει το ανάστημα της και θα κάνει αυτό που πρέπει, αλλά εσύ κάθε φορά ερχόσουν πάντα στην ώρα σου και πάντα τέλεια στην δουλεία σου. Ζωή μου, σε ξέρω από μικρή έχω μεγάλη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου, αυτή σου η απόφαση μπορεί και να είναι η μοναδική σωστή στη ζωή σου. Ξέρεις πόσο αγαπάω τους γονείς σου, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχουν το δικαίωμα να σε κρατάνε πίσω. Μετά τα τελευταία γεγονότα ήμουν σίγουρος ότι θα το έκανες. Λοιπόν, έλα σταμάτα να κλαις και πες μου, τι θα κάνεις; Θα γυρίσεις πίσω;"
"Το περιμένατε δηλαδή; Δεν σας απογοητεύω που φεύγω έτσι τόσο ξαφνικά και σας αφήνω μόνο σας;" αποκρίθηκε έκπληκτη.
"Φυσικά και το περίμενα και φυσικά και δεν με απογοήτευσες. Μην τα σκέφτεσαι αυτά και πες μου τι θα κάνεις." απάντησε με έναν τόνο σιγουριάς στην φωνή του.
"Όχι κύριε Κώστα, δεν μπορώ να γυρίσω πίσω μετά από τόσα χρόνια. Το κεφάλαιο της Θεσσαλονίκης τελείωσε προ πολλού για εμένα και με όχι ευχάριστο τρόπο. Δεν μπορώ να γυρίσω και να διεκδικήσω πράγματα που εγκατέλειψα τότε. Μπορεί να μην ήταν δικό μου λάθος, αλλά το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο. Στο κάτω - κάτω δεν υπάρχει κάτι που να μου ανήκει στην Θεσσαλονίκη πλέον, μόνο κάτι ευτυχισμένες φοιτητικές αναμνήσεις."
"Φοβάσαι Ζωή μου, γι' αυτό δεν γυρνάς. Δεν θα προσπαθήσω να σε πείσω για το αντίθετο. Το μόνο που θα σου πω είναι πως όποιος αγαπάει συγχωρεί. Να μην σταματήσεις στην ζωή σου ποτέ να πιστεύεις στον εαυτό σου και τον έρωτα. Είναι τα μόνα πράγματα που μπορούν να κουνήσουν ολόκληρο τον κόσμο. Δεν μου είπες όμως που θα πας!"
"Και δεν θα σας πω κύριε Κώστα, σας ευχαριστώ για όλη την συμπαράσταση και την πίστη σας προς εμένα, αλλά φοβάμαι πάρα πολύ την αντίδραση και την επιρροή των γονιών μου προς τους άλλους και δεν θέλω να ξέρει κανένας που θα είμαι, τουλάχιστον για τον πρώτο καιρό, μέχρι να σταθώ στα πόδια μου."
"Ήδη στέκεσαι στα πόδια σου, παιδί μου και δεν το έχεις ακόμα καταλάβει. Είμαι σίγουρος πως όπου και να σαι θα είσαι ευτυχισμένη και αν ποτέ χρειαστείς την βοήθεια μου ξέρεις που θα με βρεις. Όσο για εμένα μην ανησυχείς, όπως σου είπα περίμενα να φύγεις και έλαβα τα μέτρα μου. Ελπίζω πως η φίλη σου θα σταθεί αντάξια στην θέση σου, αν και φοβάμαι λίγο ότι θα με ζαλίσει λίγο η πολυλογία της! Ώρα να φεύγεις τώρα, πήγαινε να χαιρετήσεις την φίλη σου και να μαζέψεις τα πράγματα σου. Σε λίγο στο λογιστήριο θα βρίσκεται μια επιταγή για εσένα. Θα σε βοηθήσει στην καινούρια σου αρχή, δεν θέλω να την αρνηθείς. Καλή τύχη παιδί μου!" Την αγκάλιασε και της έδωσε ένα σχεδόν πατρικό φιλί.
"Σας ευχαριστώ πάρα πολύ κύριε Κώστα, θα σας τηλεφωνήσω όσο πιο σύντομα μπορέσω. Όσο για την Μαρία δεν νομίζω πως έχω την δύναμη να την χαιρετήσω αυτή τη στιγμή, αυτό είναι ένα γράμμα για εκείνη και αυτή η λίστα είναι οι εκκρεμότητες που αφήνω" απάντησε συγκινημένη, δίνοντας του τον φάκελο και την λίστα.
     Βγήκε από το γραφείο, μπήκε στο δικό της, μάζεψε τα λιγοστά πράγματα της και κατευθύνθηκε προς το λογιστήριο. Βλέποντας την επιταγή, έμεινε έκπληκτη. Τα χρήματα ήταν πολλά και για μια στιγμή σκέφτηκε να πάει να τον ευχαριστήσει ξανά, αλλά δεν το έκανε. Ήταν σίγουρη ότι θα της δινόταν ξανά η ευκαιρία κάποια άλλη στιγμή. Έφυγε από το κτήριο χωρίς να χαιρετήσει κανέναν άλλον. Δεν είχε αντοχές για άλλες συγκινήσεις και κλάματα. Έπρεπε να πάει σπίτι της και να αντιμετωπίσει για άλλη μια φορά την οικογένεια της. 

     Μετά από λίγη ώρα μπήκε στο σπίτι της. Δεν είδε κανέναν στο σαλόνι. Σκέφτηκε πως είχαν φύγει, πως την τιμωρούσαν, πως δεν έμειναν να την χαιρετήσουν. Έτρεξε στο δωμάτιο της αδερφής της κλαίγοντας και το μόνο που βρήκε ήταν ένα σημείωμα για εκείνη: 
"Το μόνο που πρόλαβα να κάνω ήταν να σου γράψω αυτό. Την ξέρεις την κατάσταση, εγώ δεν είμαι τόσο δυνατή όσο εσύ, έπρεπε να φύγω μαζί τους. Καλά κάνεις και φεύγεις. Να με παίρνεις τηλέφωνο συχνά και να προσέχεις. Όταν πάρω το πτυχίο μου, σε περιμένω να έρθεις να με πάρεις. Ξέρεις ότι δεν θα το κάνω από μόνη μου. Σ'αγαπώ!"
 Σταμάτησε να κλαίει, ευτυχώς την καταλάβαινε εκείνη. Έκοψε ένα κομμάτι χαρτί από το ίδιο τετράδιο και της έγραψε ένα γράμμα. Το δίπλωσε και το άφησε πάνω στο κρεβάτι της. Βγήκε από το δωμάτιο πήγε στο δικό της, πήρε τα πράγματα της και έφυγε χωρίς να κοιτάξει ούτε για μια στιγμή πίσω της. Μπήκε στο αυτοκίνητο και έβαλε να παίζει το αγαπημένο της cd. Μετά από λίγη ώρα μπήκε στην Εθνική και επιτάχυνε. Όσο πιο πολλά χιλιόμετρα διένυε, τόσο πιο ελεύθερη ένιωθε!




***

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Αισιοδοξία!!

     Ε μα, δεν είναι μερικές μέρες που νιώθεις πως είσαι ικανός και δυνατός για τα πάντα; Είσαι αισιόδοξος και περνάν μόνο καλές σκέψεις από το μυαλό σου! Γελάς, δεν σε ενοχλεί τίποτα και είσαι γεμάτος ελπίδα για ένα μέλλον που προβλέπεται δυσοίωνο, αλλά δεν σε νοιάζει, γιατί εσύ είσαι καλά!
     Είναι τυχαίο που αυτές τις μέρες ως επί το πλείστον βρίσκονται κοντά σου άνθρωποι που αγαπάς και σε αγαπάνε;
     Λίγη αισιοδοξία λοιπόν στην ζωή μας, μαζί με ένα όμορφο τραγούδι και ένα ευχαριστώ για τις όμορφες στιγμές, που φίλοι και όχι μόνο, φρόντισαν να μου χαρίσουν τις μέρες που πέρασαν..